Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

Μήνυμα από έναν «στρατιώτη του εδάφους» στον Γιάννη Μακριδάκη


Αγαπητέ συναγωνιστή στρατιώτη του εδάφους Γιάννη Μακριδάκη

Είμαι και εγώ ένας «στρατιώτης του εδάφους» 31 ετών, που αν δεν υπήρχε η κρίση η τρόικα και όλα τα δεινά που έχουν χτυπήσει τη χώρα μας, θα είμουν ένας κουστουμαρισμένος νέος σε μια τράπεζα, στέλεχος σε μια μεγάλη εταιρεία (όπως και υπήρξα) ίσως και ένα ακόμα γρανάζι του δημοσίου μιας και διαθέτω πολύ μεγάλο βύσμα.




Για καλή μου τύχη, όπως και η πλειοψηφία εδώ στη Kρήτη, έχω στη κατοχή μου κάποια κομμάτια γης, κληρονομιά από το παππού μου και τη γιαγιά μου – η γιαγιά μου πρόσφυγας από Μικρά Ασία, τους είχε δώσει το κράτος τότε γη για μια καινούργια αρχή.

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου βοηθούσαμε το παππού και τη γιαγιά στη καλλιέργεια αμπελιού, ελιάς, λεμονιάς, και ανά διαστήματα σε κηπευτικά, τα τελευταία κυρίως για το σπίτι. Εγώ θυμάμαι ότι πήγαινα με το ζόρι τα σαββατοκύριακα: που να ξυπνάς πρωί, που να γεμίζεις λάσπες, που να κρυώνεις, που να κάθεσαι να τρως με το παππού «φτωχικά» τη τροφή που έβγαζε, ελιές, ντομάτα, σταφίδες, καρύδια κτλ.. Εγώ ο γιος ενός δημόσιου υπαλλήλου που είχε τα πάντα πως να τα καταδεχόμουν όλα αυτά; Όταν παραπονιόμουν στους γονείς μου η απάντηση ήταν «δε τον λυπάσαι το καημένο να τα τραβάει μόνος;».

Όποτε δυσανασχετούσα γι’ αυτά, ο παππούς μου έλεγε το εξής «κλισέ»: «ε ρε κατοχή που σας χρειάζεται…». Εγώ σκεφτόμουν «τον καημένο το γέρο, έχει ξεμείνει δεκαετίες πίσω» και έβριζα τον εαυτό μου που δεν είχαμε σταματήσει πριν σε κανένα φούρνο να πάρω τα όμορφα και λαχταριστά που είχε φτιάξει ο φούρναρης (ζαμπονοτυρόπιτες, κρουασάν, σάντουιτς). Διάβρωση μεγάλη…

Λίγους μήνες μετά από το θάνατο του παππού και ως εργαζόμενος σε καθεστώς οικονομικής κρίσης (άθλιες συνθήκες 12ωρου με μπόλικη πίεση και υπόχρεος σκλάβος στα αφεντικά που μου έκαναν τη χάρη και μου έδιναν κανονικά τις αποδοχές μου) ξαφνικά έγινε το μεγάλο μπαμ(ίσως κάπως έτσι να έγινε και το “big bang”!).Ξαφνικά όλα αυτά που μου είχαν διδάξει παππούς-γιαγιά έσκασαν μέσα μου, σαν να κρυβόντουσαν στο πίσω μέρος του μυαλού μου και περίμεναν να βγουν στη επιφάνεια σα σανίδα σωτηρίας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

Σκεφτόμουν αυτό είναι; Έτσι θα πάει; Σκλάβος; Να κάνω 12ωρο τα ίδια και τα ίδια και να λέω κι ευχαριστώ; Όταν ρωτούσα τους γύρω μου οι απαντήσεις οι εξής: «Έτσι είναι η ζωή, θα συνηθίσεις, να παρακαλάς που έχεις δουλειά». Κάτι δε μου άρεσε, κάτι με χάλαγε, κάτι μέσα μου φώναζε. Ήταν ο παππούς που είχε περάσει αντίστοιχες καταστάσεις στη κατοχή (δούλευε στα καταναγκαστικά έργα των κατοχικών δυνάμεων).

Τα παράτησα, άδραξα το σπίτι και τα χωράφια του παππού.
Από τότε έχει ξεκινήσει μια συναρπαστική διαδρομή, έσκαψα, φύτεψα, έφτιαξα τα παρτέρια μου καθάρισα και ξαναζωντάνεψα τα φρουτόδεντρα μου, τις καρυδιές μου. 

Αγόρασα τις κότες μου και τις αμόλησα στο χωράφι με τις λεμονιές, μαζί με τα 2 αρνάκια μού τρώνε τα «ζιζάνια» και με ευχαριστούν με τη πλούσια κοπριά τους, ξεκίνησα επιτέλους να σκέφτομαι, ήρθα σε επαφή με γείτονες που κι αυτοί αναγκάστηκαν να γυρίσουν, βρισκόμαστε, ανταλλάσουμε, δίνω καρύδια μου δίνουν τυρί, δίνω αυγά ημέρας μου δίνουν φρέσκιες μαρμελάδες, κάθε μέρα ανταλλαγή, τεράστια ποικιλία από τρόφιμα, γλυκά παραδοσιακά, ότι θες, ερωτήσεις-απαντήσεις σχετικά με ζώα, δέντρα, κηπευτικά. 

Το μυαλό συνέχεια σε εγρήγορση, καθημερινά απλά προβλήματα που λύνονται με απλές απαντήσεις από γείτονες και πιο έμπειρους, μια ζωή σε αρμονία με τα ζώα τα πουλιά τα δέντρα το πράσινο, κάθε μέρα ανεβαίνω σε ένα λοφάκι με το σκύλο μου και βλέπουμε το ηλιοβασίλεμα, χρησιμοποιώ εργαλεία, φτιάχνω κατασκευές για τα ζώα μου, πως να τα ταίζω – πως να τα ποτίζω, κάνω δοκιμές στα παρτέρια μου, μαζεύω υλικό και ψάχνομαι να τα γεμίσω με σωστό χώμα που θα μου αποδώσει, φτιάχνω κόμποστ, αντιμετωπίζω τα λαχανικά σαν παιδιά, κάθε μέρα τα περιποιούμαι τα ποτίζω, τα λιπαίνω με τη κοπριά μου, τα ελέγχω για τους φυσικούς εχθρούς και ότι δε ξέρω ρωτάω. 

Ποιά σύγκριση μπορεί να υπάρχει σε ένα αγοραστό μπρόκολο με ένα μπρόκολο που το φύτεψες και το περιποιήθηκες για 3 μήνες; Καμία! Το πρώτο το πετάς άμα τύχει και σου περισσέψει στο ψυγείο, το δεύτερο το φυλάς σαν θησαυρό στο ψυγείο σου – το ψυγείο μου και το κελάρι μου είναι το θησαυροφυλάκιο μου.

Ψυχαγωγία υπερπαραγωγής, κάθε μέρα είμαι θεατής σε κάτι καινούργιο. Τις προάλλες είδα μάχη μεταξύ κρεμυδοφάγου και μιας σφίγγας, ζουρίδα να κυνηγάει ποντικό, κάθομαι τα βράδια στη φωτιά, κουκουβάγιες κάθονται παρέα στα κλαδιά της καρυδιάς, κάθε μέρα βλέπω αετούς (μου έχουν αρπάξει μερικά μικρά κοτόπουλα αλλά δε πειράζει), ηλιοβασιλέματα και απίστευτα χρώματα στους ουρανούς, τραγούδια από πουλιά, γρύλους, αφορδακούς(βατραχια), ο χαλαρωτικός ήχος του ποταμού κάθε μέρα στα αυτιά μου καθώς περιποιούμαι τα παρτέρια μου – φτιάχνω τα δέντρα μου, κτλ. (η κοπέλα μου πληρώνει καθε μήνα 40 ευρώ στη σχολή γιόγκα ακούγοντας νερά να τρέχουν και τιτιβίσματα πουλιών σε «κονσέρβα» μέσα από ένα laptop…), καθόμαστε παρέες με όργανα συχνά πυκνά και τραγουδάμε, στο τραπέζι τα πάντα και τα περισσότερα δικά μας καθαρής παραγωγής, απίστευτα κρασιά και ρακί που δε τα βρίσκεις στις καλύτερες κάβες! Μια ζωη παραμυθένια, μια ζωή ποιοτική, παράδεισος.

Σκέφτομαι συχνά τον παππού μου, και αν κάνω και εγώ κάποτε εγγόνια, και ίσως κι αυτά είναι καλομαθημένα -γιατί όλα είναι κύκλος- αν δυσανασχετήσουν για το πρωινό τους, αυτό που θα τους πω; 

Ε ΡΕ ΚΡΙΣΗ ΠΟΥ ΣΑΣ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ

Με εκτίμηση

“INTOTHEWILD”


πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου