Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Τα ∆υο Άγνωστα Παιδιά


Παράξενες   Ιστορίες 

  •   Είµαστε   στην   Αγγλία , το   δωδέκατο   µ . χ  . αιώνα , στο   µικρό   χωριό   Γούλφπιτς , επτά   περίπου   µίλια   µακριά   από   τη   κωµόπολη   του   Μπάρυ   Σεντ    Έντµουντς . Είναι   µια   ζεστή   καλοκαιρινή   ηµέρα   και   µερικοί   χωρικοί   




ασχολούνται   µε   τις   αγροτικές   εργασίες   τους , όχι   µακριά   από   κάτι   αρχαία   χαντάκια   ή « λάκκους », τα   οποία   οι   ίδιοι   ονοµάζουν « Λάκκους   του   Λύκου » ή " Γούλφ - Πιτς ", από   όπου   πήρε   και   το   όνοµά   του   το   χωριό .  Είµαστε   στην   Αγγλία , το   δωδέκατο   µ . χ  . αιώνα , στο   µικρό   χωριό   Γούλφπιτς , επτά   περίπου   µίλια   µακριά   από   τη   κωµόπολη   του   Μπάρυ   Σεντ    Έντµουντς . Είναι   µια   ζεστή   καλοκαιρινή   ηµέρα   και   µερικοί   χωρικοί   ασχολούνται   µε   τις   αγροτικές   εργασίες   τους , όχι   µακριά   από   κάτι   αρχαία   χαντάκια   ή « λάκκους », τα   οποία   οι   ίδιοι   ονοµάζουν « Λάκκους   του   Λύκου » ή " Γούλφ - Πιτς ", από   όπου   πήρε   και   το   όνοµά   του   το   χωριό .Κανείς   στο   χωριό   δεν   ξέρει   ποιος   τα   έσκαψε , αλλά   οι   περισσότεροι   πιστεύουν   ότι   είναι , µερικώς   τουλάχιστον , τεχνητά   και   σίγουρα   πολύ   αρχαία . Ξαφνικά   οι   χωρικοί   αντιλαµβάνονται   δυο    νεαρά   παιδιά    να   περιπλανώνται   σα   χαµένα   ανάµεσα   στους « λάκκους   του   λύκου ».  Ένας - δυο   απ ’ αυτούς   ξεκινούν    να   δουν   ποια   είναι , τι   τους   συµβαίνει ,  να   τα   βοηθήσουν   αν   χρειάζεται . Από   µακριά   οι   µορφές   τους   φαίνονται   άγνωστες   και   τα   ρούχα   τους   παράξενα .  Όταν   τα   πλησιάζουν   µένουν   άναυδοι .  Όχι   τόσο   από   την   εµφάνισή   τους , όσο   από   το   χρώµα   του   προσώπου   τους . Κοιτάνε   µετά   τα   χέρια   και   τα   πόδια   τους   και   παρατηρούν   και   σε   αυτά   την   ίδια   παράξενη   απόχρωση : το   δέρµα   τους   δεν   είναι   άσπρο , ή   έστω   καφετί , ή   ακόµα   µαύρο , αλλά   πράσινο , πράσινο   σαν   της   ελιάς ! Κατά   τα   άλλα , τα    υπόλοιπα   χαρακτηριστικά   τους   είναι   τελείως   ανθρώπινα   σαν   οποιουδήποτε    νεαρού   Άγγλου

 Οι   χωρικοί   προσπαθούν   απορηµένοι    να   επικοινωνήσουν   µαζί   τους   και   τα   ρωτούν   από   πού   είναι , πώς   τα   λένε , πώς   βρέθηκαν   εκεί   πέρα . Τα   παιδιά   όµως   δε   δείχνουν    να   τους   καταλαβαίνουν   και   τους   απαντούν   σε   µια   τελείως   άγνωστη   γλώσσα . Εν   τω   µεταξύ   έχουν   πλησιάσει   και   οι    υπόλοιποι   χωρικοί   και   παρακολουθούν   εµβρόντητοι   τη   σκηνή . Τελικά   αποφασίζουν    να   πάρουν   τα   παιδιά   µαζί   τους   στο   χωριό . Αυτά   δείχνουν   πεινασµένα   και   ταλαιπωρηµένα   και   έτσι   φθάνοντας   στο   χωριό   τους   δίνουν   αµέσως    να   φάνε   διάφορα   πράγµατα . Προς   έκπληξή   τους   τα   παιδιά   αρνούνται    να   αγγίξουν   τις   άγνωστες , όπως   φαίνεται , γι ’ αυτά   τροφές .  Όταν   όµως   τους   δείχνουν   µερικά   βλαστάρια   φασολιών   τα   αρπάζουν   µε   λαιµαργία , αλλά   αντί    να   ανοίξουν   τα   περικάρπια , προσπαθούν    να   ανοίξουν   τα   κοτσάνια , σα    να   είχαν   συνηθίσει    να   κάνουν   κάτι   τέτοιο . Μη   βρίσκοντας   όµως   τίποτα   µέσα   στους   µίσχους , ξεσπούν   σε   γοερά   κλάµατα ...

 Τελικά   τα   παιδιά   έµαθαν    να   τρώνε   τις   καινούργιες   τροφές . Παρόλα   αυτά   το    νεαρό   αγόρι   συνεχώς   αδυνάτιζε   και , δυστυχώς , µετά   από   λίγα   χρόνια   πέθανε . Φαίνεται   πως   το   σοκ   του    νέου   κόσµου   ήταν   πολύ   ισχυρό   γι ’ αυτό . Αντίθετα , το   κορίτσι   προσαρµόσθηκε   αρκετά   εύκολα   στο    νέο   περιβάλλον . Τελικά   µεγάλωσε , έγινε   µια   όµορφη   γυναίκα   και   παντρεύτηκε   αργότερα   ένα   τζέντλεµαν   από   το   γειτονικό   χωριό   του   Κινκς   Λυν . Με   το   χρόνο   είχε   χάσει   την   πράσινη   χροιά   του   δέρµατός   της   και   ήταν   όπως   ακριβώς   και   οι   άλλοι .  Όταν   έµαθε   καλύτερα   την   Αγγλική   γλώσσα   µε   τον   σύζυγό   της , αυτός   τελικά   τη   ρώτησε   από   πού   ήταν   και   πώς   έφτασε   στο   κόσµο   µας .

 Η   γυναίκα   περιέγραψε   το   κόσµο   της   σα   µια    υπόγεια   χώρα   µε   τεράστια   σπήλαια , που   την   ονόµαζαν " Χώρα   του   Σεν   Μαρταίν ". Αυτή   φωτιζόταν   από   ένα « λυκόφως », αλλά   στην   απέναντι   πλευρά   του   µεγάλου    υπόγειου   ποταµού   που   έρεε   κοντά   της ,  υπήρχε   µια   άλλη   χώρα , πιο   λαµπρά   φωτισµένη . Κάποια   µέρα   αυτή   και   ο   αδελφός   της , ενώ   οδηγούσαν   κάποιο   είδος    υπόγειων   ζώων , άκουσαν   έναν   ήχο   σαν « καµπάνες »  να   έρχεται   από   µια   από   τις   στοές   που   περιέβαλαν   την    υπόγεια   χώρα   τους . Γεµάτοι   περιέργεια   µπήκαν   µέσα   της   και   ακολούθησαν   την   απότοµη , ανηφορική   κλίση   της . Μετά   από   λίγες « µέρες » βρέθηκαν   πεινασµένοι   και   κουρασµένοι   στην   έξοδό   της . Βγαίνοντας   έξω   τυφλώθηκαν   από   το   λαµπερό   ήλιο   της   Βρετανικής    υπαίθρου   και   παραπατώντας   ανάµεσα   στους « λάκκους   του   λύκου » προσπάθησαν    να   ξαναβρούν   το   µικρό   άνοιγµα   από   το   οποίο   είχαν   βγει . ∆εν   τα   κατάφεραν   όµως , εξ ’ αιτίας   του   εκτυφλωτικού   ήλιου . Σε   αυτό   περίπου   το   σηµείο   τους   ανακάλυψαν   οι   χωρικοί   και   τους   πήραν   στο   χωριό .

     Η   προηγούµενη   παράξενη   ιστορία   των   δυο    νεαρών   παιδιών   δεν   είναι   µύθος   ή   µυθιστόρηµα , αλλά   ένα   καλά   τεκµηριωµένο   γεγονός . Αναφέρεται   από   τον   Άγγλο   µοναστικό   χρονικογράφο   του   δωδεκάτου   αιώνος «Gervase of Tilbury". Η   ίδια   ιστορία   αναφέρεται   επίσης   στα   γραπτά   πολλών   άλλων   χρονικογράφων   εκείνης   της   εποχής , ή   λίγο   αργότερα , όπως   στο «HistoriaRerum Anglicarum» του William of Newbury (1136-1198), στο «Hronicon Anglicarum» του   Ηγουµένου Ralph της Coggeshall και   από   τους   χρονικογράφους Giraldus Cambrensis και  Walsingham.  Όλοι   τους   ορκίσθηκαν   ότι   η   ιστορία   είναι   αληθινή .


 ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ 
Το πλήρες βιβλίο για την κούφια γη 


πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου